Όταν απειλείται η ελευθερία του Τύπου

freepress
Γράφει η Σοφία Βούλτεψη

Την περασμένη εβδομάδα, χιλιάδες Ούγγροι διαδήλωσαν στους δρόμους της Βουδαπέστης, διαμαρτυρόμενοι για τη διακοπή της κυκλοφορίας της μεγάλης αντιπολιτευτικής εφημερίδας Nepszabadsag.

Επισήμως, η εφημερίδα έκλεισε υπό το βάρος σημαντικών οικονομικών ζημιών.

Ωστόσο, οργανώσεις υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων θεωρούν ότι η εφημερίδα έκλεισε διότι τήρησε επικριτική στάση απέναντι στον πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπάν και την κυβέρνησή του.

«Η αιφνιδιαστική διακοπή της κυκλοφορίας της Nepszabadsag αποτελεί ανησυχητικό προηγούμενο. Στέκομαι αλληλέγγυος με τους Ούγγρους που διαμαρτύρονται σήμερα», έγραψε στο Twitter ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς.

Στο τελευταίο της φύλλο, η εφημερίδα δημοσίευσε το τελευταίο σειράς άρθρων για έναν υπουργό της κυβέρνησης Ορμπάν που χρησιμοποίησε ελικόπτερο για να πάει σε έναν γάμο.

Στη διάρκεια της διαδήλωσης, κάποιοι διαδηλωτές έκαψαν φύλλα της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Magyar Idok, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε με εξελίξεις στην βιομηχανία τον μέσων ενημέρωσης. «Στην Ουγγαρία η ελευθερία του Τύπου είναι μια χαρά», διαβεβαίωσε.

Προφανώς, κάθε άλλο παρά «μια χαρά» είναι τα πράγματα. Και η ιστορία είναι παλιά.

Τον Φεβρουάριο του 2015, τα διευθυντικά στελέχη ενός φιλοκυβερνητικού ομίλου μέσων μαζικής ενημέρωσης της Ουγγαρίας παραιτήθηκαν ομαδικά «για συνειδησιακούς λόγους», όταν έγινε γνωστό ότι ο εργοδότης τους απείλησε την κυβέρνηση με «πόλεμο» επειδή σχεδίαζε να φορολογήσει τα διαφημιστικά έσοδα με φόρο 5%, προκειμένου να καταργηθεί ο αμφιλεγόμενος «υπερφόρος» της τάξης του 50% στα μεγάλα διαφημιστικά έσοδα.

Ο γερμανικός όμιλος μέσων ενημέρωσης RTL, ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη, είχε προσφύγει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγέλλοντας ότι γίνονται διακρίσεις σε βάρος του, αφού μόνο αυτός τελικά θα πλήρωνε φόρο αφού κανένα άλλο ΜΜΕ στην Ουγγαρία δεν ξεπερνούσε το όριο των 65 εκατομμυρίων ευρώ που όριζε ο νόμος.

Ο «πόλεμος» για τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης στην Ουγγαρία και οι συγκρούσεις μεταξύ εκδοτών, κυβέρνηση και ΕΕ έχει ξεκινήσει από το 2011, με την αμφιλεγόμενη μεταρρύθμιση των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Το συντηρητικό κόμμα Fidesz του Βίκτορ Ορμπάν είχε κερδίσει το 2010 τις εκλογές, εξασφαλίζοντας τα δύο τρίτα των εδρών στο Κοινοβούλιο, γεγονός που του έλυσε τα χέρια για να αλλάξει τους νόμους κατά το δοκούν.

Η μεταρρύθμιση, η οποία ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2011, είχε προκαλέσει κατακραυγή στις Βρυξέλλες, οι οποίες πέτυχαν τελικά υποχωρήσεις από την ουγγρική εξουσία, κυρίως όσον αφορά την προστασία των πηγών και τους ιστότοπους στο Ίντερνετ.

Ωστόσο, παρέμειναν άλλοι νόμοι, με αποτέλεσμα σήμερα η ενημέρωση να βρίσκεται απολύτως στα χέρια του κυβερνώντος κόμματος.

Σύμφωνα με τους νόμους που ψηφίστηκαν το 2011, όλα τα μέσα ενημέρωσης υποχρεώθηκαν να εγγραφούν σε κρατικά μητρώα και να παράγουν θέματα «ισορροπημένα» και «σύμφωνα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Παράλληλα, ένα Συμβούλιο των Μέσων Ενημέρωσης (MT) ανέλαβε τον έλεγχο και την τιμωρία των «παραβατών». Μάλιστα, τα πέντε μέλη του, τα οποία διορίζονται από το κοινοβούλιο, είναι όλα μέλη του Fidesz. Ο λόγος για την Κρατική Αρχή Μέσων Ενημέρωσης, με δικαιοδοσία τόσο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, όσο και στην ιδιωτική και στο σύνολο των εντύπων ΜΜΜΕ και των ιστοτόπων! Μάλιστα, ο πρόεδρός της, με εννιάχρονη θητεία και με δυνατότητα ανανέωσής της, αλλά και απευθείας διορισμό του από τον ίδιο τον πρωθυπουργό μπορεί, χωρίς κανέναν κοινοβουλευτικό έλεγχο, να εκδίδει διαταγές και οδηγίες και να επιβάλει τεράστια χρηματικά πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεών τους.

Οι μαρτυρίες – καταγγελίες των Ούγγρων δημοσιογράφων είναι ανατριχιαστικές:

«Η κατάσταση είναι φοβερή (…) Μας λένε ποιες φράσεις να γράψουμε και με ποια σειρά».

«Δεν μπορώ να ρωτήσω τους υπεύθυνους της αντιπολίτευσης για το προεκλογικό πρόγραμμά τους, αλλά οφείλω να τους ρωτήσω για το πρόσφατο σκάνδαλο».

«Μετά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης και την αλλαγή διεύθυνσης, οι αρχισυντάκτες στέκονταν πίσω μας για να κοιτάνε τι γράφουμε. Αν αυτό που γράφαμε δεν ανταποκρινόταν στο μήνυμα (…), υποχρεωνόμαστε να το ξαναγράψουμε», θυμάται ο Κλάρι Κόβατς, πολιτικός συντάκτης που απολύθηκε τον Ιούλιο του 2011 έπειτα από 13 χρόνια στη δημόσια τηλεόραση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές δημιουργούν επίσης προβλήματα στη λειτουργία ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης με μοχλό πίεσης τις κρατικές διαφημίσεις, το μερίδιο των οποίων υπολογίζεται από 10% μέχρι 15% σε μια αγορά που συνολικά συρρικνώνεται από την ύφεση του 2008.

Οι κρατικές διαφημίσεις πηγαίνουν συστηματικά στα μέσα που πρόσκεινται στο Fidesz. Τα άλλα, όπως η προσκείμενη στην αντιπολίτευση εφημερίδα Nepszabadsag (που τελικά έκλεισε) ή ο ανεξάρτητος ραδιοσταθμός Klubradio, είχαν αποκλειστεί από τις κρατικές διαφημίσεις.

«Τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης στραγγαλίζονται οικονομικά, είναι μια μορφή λογοκρισίας», δήλωσε ο Ατίλα Μονγκ, παλιός δημοσιογράφος του δημόσιου ραδιοφώνου ο οποίος απολύθηκε επειδή το 2010 τήρησε σε ζωντανή εκπομπή ενός λεπτού σιγή για να διαμαρτυρηθεί κατά της μεταρρύθμισης.

«Οι πιέσεις προκαλούν επίσης άλλη μια στρέβλωση στην ενημέρωση, την αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων», είπε ο καθηγητής δημοσιογραφίας Μπάλας Βέγερ.

Όπως όλοι καταλαβαίνουν, τέτοια θέματα δεν αντιμετωπίζονται με μηνύματα στο τουίτερ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s